21 Δεκεμβρίου 2016

21 Δεκεμβρίου Χειμερινό Ηλιοστάσιο η Γέννησις του Διονύσου



Απόλλων, Διόνυσος η διπλή όψη του ιδίου νομίσματος.

Απόλλων ο ήλιος της ημέρας ο νικητής του Πύθωνα.

Διόνυσος ο ήλιος της νύχτας, ο θριαμβευτής τού θανάτου.

Ο Διόνυσος λατρεύτηκε σε όλα τα μήκη και πλάτης του κόσμου.


Στις 21 Δεκεμβρίου ο Ήλιος βρίσκεται στο νοτιότερο σημείο του, και φαίνεται να στέκεται πάνω στην εκλειπτική σαν να είναι έτοιμος να σταματήσει.
Μένει σταθερός από τις 21 έως τις 24 Δεκεμβρίου, όπου είναι και οι μικρότερες μέρες του χρόνου. Αυτές τις τρεις ημέρες φαίνεται σαν να μένει ακίνητος.


Τα Ηλιοστάσια και οι Ισημερίες σημειοδοτούν την αρχή κάθε εποχής. Το Χειμερινό Ηλιοστάσιο είναι η αρχή του χειμώνα, μιας σκληρής εποχής για τα άτομα που ζουν στο Βόρειο ημισφαίριο της Γης.

Οι ιερείς διαφόρων θρησκειών έκαναν δεήσεις προς τον Ήλιο για να μην χαθεί οριστικά κάτω από τον ορίζοντα στην προαιώνια πορεία του προς το Νότιο ημισφαίριο.

Μετά τις 21 Δεκεμβρίου ο Ήλιος αρχίζει και πάλι να ανεβαίνει όλο και πιο ψηλά και η ημέρα να μεγαλώνει. Σταματάει τη κίνηση του προς το νότο και στρέφεται προς βορρά. Οι άνθρωποι σε διάφορα σημεία του πλανήτη πανηγύριζαν που ο ήλιος για μια ακόμα φορά πέρασε από το Χειμερινό Ηλιοστάσιο και ξαναγεννήθηκε.

Στην αρχαία Ελλάδα στο Χειμερινό Ηλιοστάσιο γιόρταζαν τη γέννηση του Διονύσου, γιου του Δία και της παρθένου Σεμέλης. Τον αποκαλούσαν «σωτήρα» και «θείο βρέφος». Ήταν ο «καλός ποιμένας», οι ιερείς του οποίου κρατούσαν την ποιμενική ράβδο, όπως συνέβαινε και με τον Όσιρη. Τον χειμώνα θρηνούσαν το σκοτωμό του από τους Τιτάνες, αλλά στις 30 Δεκεμβρίου γιόρταζαν την αναγέννηση του.

Οι ιέρειες τότε ανέβαιναν στην κορυφή του ιερού βουνού και κρατώντας ένα βρέφος φώναζαν «ο Διόνυσος ξαναγεννήθηκε».

Ο Ήλιος λατρεύτηκε από τους αρχαίους Έλληνες σαν θεός, μιας που γι αυτούς ο Ήλιος, ήταν ο δημιουργός των εποχών του έτους, και του κύκλου των φαινομένων και των εναλλαγών που σχετίζονται με αυτές , από τη σπορά έως τη βλάστηση και από την ανθοφορία έως τη συγκομιδή.

Τον απεικόνιζαν πάνω σε ένα πύρινο άρμα να ξεκινά κάθε πρωί, να διατρέχει τον ουρανό και να σκορπίζει το φως στη Γη. Τον ταύτιζαν επίσης με το Φοίβο Απόλλωνα, το θεό του Φωτός.

Αναπαριστούσαν την κίνηση του ηλίου με τη ζωή ενός ανθρώπου που γεννιόταν κατά το Χειμερινό Ηλιοστάσιο, και μεγάλωνε βαθμιαία όπως αυξανόταν το φως του ηλίου μέχρι την Εαρινή Ισημερία όπου ή ημέρα εξισώνεται με τη νύχτα. Τότε η Ήλιος νικά το σκοτάδι, συμβολίζοντας με αυτό τον τρόπο την αναγέννηση της φύσης μέσα από τη μήτρα της Γης. 





Σχετικά με τον Διόνυσο, ένα απόσπασμα της Ελένης Μανιωράκη - Ζωιδάκη, εκπαιδευτικού.


<<Ο Διόνυσος είναι παιδί του Θεού Διός και της νύμφης Σεμέλης.

Η Σεμέλη (γήινη ουσία) έρχεται σε ερωτική επαφή με το Δία (ουράνιο πρωταρχικό πυρ) και δέχεται σπέρμα γονiμοποιό.
 Η Σεμέλη όμως δεν αρκείται να έρχεται προς αυτήν ο Δίας μεταμορφωμένος. Εκείνος κατ’ απαίτηση της εμφανίζεται μπροστά της με πλήρη την ουράνια περιβολή του και την κατακεραυνώνει.
 Ο Δίας αποσπά από την καιομένη Σεμέλη το διττής φύσεως έμβρυο, το οποίο αποτελειώνει την κυοφορία του στο μηρό του Διός και γεννιέται με τον ίδιο τρόπο που γεννήθηκε η Αθηνά πάνοπλη από το κεφάλι του.

Έφηβος πια ο Διόνυσος βρισκόμενος σε πλήρη ευθυμία και ανεμελιά δέχεται επίθεση τιτάνων, οι οποίοι θανάτωσαν, διαμέλισαν και έφαγαν το παιδί. Η Αθηνά αντιλαμβανόμενη το φόνο σώζει την καρδιά, την προσκομίζει στον πατέρα των αθανάτων Δία κι αυτός από τη διασωθείσα καρδιά θα δημιουργήσει έναν νέο αθάνατο Διόνυσο.

Η αλληγορία της γέννησης, του θανάτου και της αναγέννησης του Διόνυσου αποτελεί ένα από τα μεγαλουργήματα της διανόησης των αρχαίων προγόνων μας. Ανθελληνικό όμως σύστημα εκπαίδευσης κράτησε και κρατάει μακριά τους Έλληνες από όλες αυτές τις υψηλές ιδέες, που δίνουν απαντήσεις στα πανανθρώπινα ερωτήματα της ζωής, του θανάτου, της ψυχής και της αθανασίας. Ο Διόνυσος είναι και στην κυριολεξία ο θεός της αμπέλου και του οίνου, αλλά συγχρόνως οι αρχαίοι με την λέξη «οίνος» εννοούσαν τον ενδιάμεσον αιθέρα, που είναι απαραίτητος για την αθανατοποίηση του ανθρώπου.

Η δε μέθη, ήταν μέθη πνευματική.

Ο Διόνυσος ο Ζαγρεύς ήταν το αντικείμενο της λατρείας των Ορφικών φυσιολατρών, αλλά τον βλέπουμε και στη λειτουργία των Ελευσινίων μυστηρίων.

Ακόλουθοι του Διόνυσου ήταν οι Σάτυροι κι οι Σειληνοί. Περίεργα όντα που μοιάζουν με τον Θεό Πάνα. Το σώμα του τους από τη μέση και κάτω ζωώδες ενώ στην κεφαλή φέρουν μεγάλα αφτιά και κέρατα.

Την ακολουθία συμπληρώνουν οι Μαινάδες οι οποίες πάντοτε γαλουχούν άρρενα τέκνα ζώων ή ανθρώπων που καμιά φορά τα κατασπαράζουν. Όλα αυτά είναι συμβολισμοί που μας δείχνουν πολύ βαθύτερες έννοιες όταν αποκωδικοποιηθούν.

Οι Έλληνες λάτρευαν τοn Διόνυσο, το θεό της ανεκδήλωτης φύσης και του απέδιδαν τιμές ίσες με του Απόλλωνα, που ήταν ο θεός της εκδηλωμένης φύσης.

Απόλλων, Διόνυσος η διπλή όψη του ιδίου νομίσματος.

Απόλλων ο ήλιος της ημέρας ο νικητής του Πύθωνα.

Διόνυσος ο ήλιος της νύχτας, ο θριαμβευτής τού θανάτου.

Ο Διόνυσος λατρεύτηκε σε όλα τα μήκη και πλάτης του κόσμου.

Τα Διονύσια ήταν γιορτές που γινόταν προς χάρη του. Χαρακτηριστικό των γιορτών αυτών ήταν η ευθυμία, ο ενθουσιασμός, η οινοποσία( με μέτρο), γενικά η χαρά της ζωής. Οι Διονυσιακές γιορτές παρότρυναν τους ανθρώπους να ατενίζουν τη ζωή και τον κόσμο με χαρωπή διάθεση απαλλαγμένοι, από φόβους και προκαταλήψεις.

Τα εν Αγροίς ή μικρά Διονύσια, υπήρξαν η αρχέγονος θρησκευτική τελετή από την οποία προήρθαν οι υπόλοιπες γιορτές.

«Τα μικρά ή εν Αγροίς Διονύσια» τελούνταν τον μήνα Ποσειδεώνα (Δεκέμβριο) κι έπαιρναν μέρος ακόμη κι οι δούλοι.


Κύριο μέρος της τελετής ήταν ο κώμος, κατά τον οποίον οι « Κωμιστές» κατέληγαν στους δρόμους, εν μέσω θορύβων, μουσικής άτακτης, τραγούδια και χορούς. Ο κώμος έγινε η βάση να δημιουργηθεί η κωμωδία.>>

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.